Ο Αώος κατέβαινε εκείνο τον χειμώνα σαν πληγωμένο θηρίο. Δεν κυλούσε· αγωνιζόταν. Κατέβαινε από τα βουνά φουσκωμένος από χιόνια και θυμό, χτυπώντας τις πέτρες με δύναμη που έκανε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια σου, σαν πληγωμένο θηρίο που αρνείται να σωπάσει. Ο ήχος του ανέβαινε ως τα σπίτια της Κόνιτσας, περνούσε από χαραμάδες και καθόταν μέσα στις καρδιές των ανθρώπων σαν ανήσυχη προφητεία Το νερό έσπαγε πάνω στα θεμέλια του μεγάλου μονότοξου γεφυριού, ανέβαινε αφρός, έπεφτε ξανά, κι εγώ στεκόμουν συχνά στην άκρη του, κοιτώντας το νερό να περνά, μικρός ακόμη, προσπαθώντας να καταλάβω αν το γεφύρι άντεχε το ποτάμι ή αν το ποτάμι δοκίμαζε την υπομονή του.
Ήμουν ο Λιάκος. Γιός του Στέργιου, μάστορα στο μπουλούκι του Φρόντζου, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έγραφαν το όνομά τους σε χαρτιά αλλά...
Ήμουν ο Λιάκος. Γιός του Στέργιου, μάστορα στο μπουλούκι του Φρόντζου, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έγραφαν το όνομά τους σε χαρτιά αλλά...

























