Ο Αώος κατέβαινε εκείνο τον χειμώνα σαν πληγωμένο θηρίο. Δεν κυλούσε· αγωνιζόταν. Κατέβαινε από τα βουνά φουσκωμένος από χιόνια και θυμό, χτυπώντας τις πέτρες με δύναμη που έκανε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια σου, σαν πληγωμένο θηρίο που αρνείται να σωπάσει. Ο ήχος του ανέβαινε ως τα σπίτια της Κόνιτσας, περνούσε από χαραμάδες και καθόταν μέσα στις καρδιές των ανθρώπων σαν ανήσυχη προφητεία Το νερό έσπαγε πάνω στα θεμέλια του μεγάλου μονότοξου γεφυριού, ανέβαινε αφρός, έπεφτε ξανά, κι εγώ στεκόμουν συχνά στην άκρη του, κοιτώντας το νερό να περνά, μικρός ακόμη, προσπαθώντας να καταλάβω αν το γεφύρι άντεχε το ποτάμι ή αν το ποτάμι δοκίμαζε την υπομονή του.
Ήμουν ο Λιάκος. Γιός του Στέργιου, μάστορα στο μπουλούκι του Φρόντζου, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έγραφαν το όνομά τους σε χαρτιά αλλά... το άφηναν χαραγμένο στην πέτρα. Ο πατέρας μου δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων· μιλούσε λίγο και κοίταζε πολύ. Τα χέρια του είχαν πάντα τη μυρωδιά του ασβέστη και του ιδρώτα, και όταν άγγιζε έναν τοίχο ή μια καμάρα έμοιαζε σαν να άγγιζε ζωντανό σώμα. Είχε κουβαλήσει πέτρα για να σηκωθεί η καμάρα, κι έλεγε πως ένα γεφύρι δεν είναι μόνο τέχνη· είναι συμφωνία. Όταν έσκυβε πάνω στους αρμούς, έμοιαζε σαν να ακούει κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν.
«Το γεφύρι δεν πέφτει εύκολα», μου έλεγε, χωρίς να με κοιτάζει, ενώ μετρούσε με το μάτι τις ενώσεις των λίθων.
«Μόνο αν χαλάσει η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις πέτρες.»
Τότε δεν καταλάβαινα. Νόμιζα πως μιλούσε για μαστοριά. Τώρα ξέρω πως μιλούσε για ανθρώπους.
Η Κόνιτσα ζούσε πολλά χρόνια κάτω από την οθωμανική διοίκηση, και όποιος δεν την είχε δει θα νόμιζε ίσως πως ήταν ένας τόπος ξεχασμένος στο χάρτη και περιθωριοποιημένος. Δεν ήταν όμως τόπος φτωχός ούτε ξεχασμένος Ήταν πέρασμα. Σταυροδρόμι δρόμων και χαρακτήρων. Από εδώ περνούσαν καραβάνια, κοπάδια, πραματευτάδες από τη Μακεδονία, Βλάχοι κτηνοτρόφοι, έμποροι από τα Γιάννενα, στρατιωτικά αποσπάσματα, αγγελιοφόροι που κουβαλούσαν ειδήσεις πριν ακόμη γίνουν γεγονότα. Και μαζί με τις ειδήσεις περνούσε πάντα κι ο φόβος.
Είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών γύρω στο 1430. Πέντε σχεδόν αιώνες σκλαβιάς. Τόσος χρόνος είναι αρκετός για να μάθει ένας λαός να ζει με τη σκιά χωρίς να ξεχνά πως υπάρχει φως. Κι όμως, ακόμη και μέσα στην υποταγή, η πόλη είχε ακμή. Από τα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα λογαριαζόταν σημαντικό διοικητικό και εμπορικό κέντρο. Οι μπέηδες της περιοχής εκτιμούσαν την οργάνωσή της, χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα στις συναλλαγές, έστελναν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία και έδειχναν έναν παράξενο σεβασμό προς τα μοναστήρια και τους χριστιανικούς αγίους, σαν να αναγνώριζαν πως η ψυχή ενός τόπου δεν αλλάζει εύκολα.
Οι γέροι έλεγαν γελώντας: «Κόνιτσα κασαμπάς — Γιάννενα χωριό.»
Ήταν λόγια έπαρσης, μα πίσω τους κρύβονταν πικρές μνήμες. Γιατί υπήρξαν εποχές που το πλιάτσικο και οι καταστροφές ξεπέρασαν κάθε όριο, κι όταν η εξουσία θυμάται πως είναι εξουσία, η ισορροπία χάνεται μέσα σε μια νύχτα.
Η αγορά άνοιγε από τα χαράματα. Τα κιοπέγκια σηκώνονταν με ήχο που έμοιαζε με αναστεναγμό. Οι μπακάληδες αράδιαζαν σακιά με όσπρια, οι σιδεράδες άναβαν καμίνια που έβαφαν τον αέρα κόκκινο, οι τσαγκάρηδες έστρωναν τα εργαλεία και μετά έσκυβαν πάνω από δέρματα, ο σαλεπιτζής γυροβόλαγε την αγορά με αχνιστό σαλέπι, ο καπνός από τα καφενεία μύριζε καφέ και συζητήσεις μισοειπωμένες.
Έβλεπες τα πάντα. Βλάχους με βαριές κάπες, καπότες και κουδούνια ζώων δεμένα στη ζώνη τους. Μαστόρους από την Πυρσόγιαννη και τη Βούρμπιανη, ανθρώπους της πέτρας που μιλούσαν λίγο και γελούσαν σπάνια. Γυναίκες από τη Δροσοπηγή με κοφίνια φορτωμένα τυριά και υφαντά. Μουσουλμάνους εμπόρους με μεταξωτές ζώνες, ταρί και αρώματα από μακρινές αγορές.
Η πόλη ήταν μωσαϊκό. Δεν υπήρχε καθημερινή βία όπως αρέσκονται να λένε όσοι δεν έζησαν εκείνα τα χρόνια. Υπήρχε συναλλαγή, υπήρχαν σχέσεις, ακόμη και φιλίες. Μα υπήρχε κάτι βαθύτερο και πιο κουραστικό: η αίσθηση πως ο τόπος σου δεν σου ανήκει ολοκληρωτικά. Ότι κάθε λέξη μπορεί να παρεξηγηθεί, κάθε βλέμμα να γίνει καταγγελία.
Το διοικητήριο στεκόταν ψηλά. Κι εκεί μέσα έμενε ο καϊμακάμης. Μα ο άνθρωπος που πραγματικά φόβιζε ήταν άλλος. Ο Γιουσούφ μπέης. Διοικητής της φρουράς. Μορφωμένος, έλεγαν. Είχε υπηρετήσει αλλού πριν έρθει εδώ. Δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του. Το μουστάκι του ήταν λεπτό, κοφτερό σαν γραμμή ξίφους, και τα μάτια του δεν έδειχναν θυμό· έδειχναν υπολογισμό.
Μια μέρα μπήκε στο παζάρι. Δεν φώναξε κανείς να σωπάσει. Ο τόπος σώπασε μόνος του. Ο πατέρας μου έσκυψε περισσότερο πάνω στην πέτρα.
«Μη τον κοιτάς στα μάτια», μου είπε.
«Γιατί;»
«Γιατί εκεί μέσα ψάχνει αφορμή.»
Ορισμένοι έλεγαν πως γνώριζε ελληνικά καλύτερα από πολλούς από εμάς. Ίσως γι’ αυτό να ήταν πιο επικίνδυνος· καταλάβαινε όχι μόνο τις λέξεις αλλά και τις σιωπές. Κι εκείνη τη μέρα στο παζάρι δεν χρειάστηκε να απειλήσει κανέναν. Αρκούσε που περπατούσε αργά, σαν να μετρούσε ποιος ανήκε ακόμη στην πόλη και ποιος περίμενε την αλλαγή.
Η φρουρά της Κόνιτσας ήταν ισχυρή. Περίπου χίλιοι πεντακόσιοι άνδρες. Κανονικός στρατός. Υπήρχαν πυροβόλα έξω από την πόλη και φυλάκια στα περάσματα προς τα βουνά. Οι Οθωμανοί γνώριζαν καλά τη σημασία της περιοχής. Αν χανόταν η Κόνιτσα, άνοιγε ο δρόμος προς τη Βόρεια Ήπειρο. Και τότε ήρθαν τα νέα. Νοέμβριος 1912. Στη Βούρμπιανη εμφανίστηκαν αντάρτες.
«Αλήθεια είναι;» ρώτησε η μάνα μου εκείνο το βράδυ.
Ο πατέρας έκλεισε την πόρτα πριν απαντήσει.
«Μη μιλάς δυνατά.»
«Τι έγινε;»
«Σηκώθηκαν χωριά.»
Τα είπε ένα-ένα. Λούψικο. Κάντσικο. Δροσοπηγή. Φράστανη. Μπριάζα. Τα ονόματα έπεφταν σαν πέτρες στο τραπέζι. Οι άνθρωποι δεν περίμεναν πια. Αγγελιοφόροι περνούσαν νύχτα. Ψωμί έφευγε από σπίτια. Άλογα χάνονταν και γύριζαν ιδρωμένα. Οι μανάδες έψηναν διπλά. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλά. Εκείνο το βράδυ δεν άναψε κανείς δυνατά το φως. Η μάνα μου σκέπασε το λυχνάρι με το χέρι της, σαν να φοβόταν μήπως η φλόγα φανερώσει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Από τον δρόμο ακούγονταν βήματα που σταματούσαν και ξανάρχιζαν, κι ένας σκύλος γάβγιζε χωρίς λόγο.
Ο πατέρας μου έβγαλε από την κασέλα ένα παλιό μαχαίρι. Δεν το είχα ξαναδεί. Το ακόνισε αργά.
«Δεν θα γίνει τίποτα;» ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Όταν αρχίζει η ιστορία», είπε, «πάντα γίνεται κάτι.»
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Άκουγα τον Αώο. Και νόμιζα πως μιλούσε
Τα τριάντα οχτώ χωριά και οι τέσσερις οικισμοί της επαρχίας έβραζαν κάτω από το χιόνι. Και ο Γιουσούφ Μπέης το ήξερε. Μάζεψε τους προκρίτους. Ήμουν έξω από το διοικητήριο. Άκουσα τη φωνή του. Ήρεμη. Χωρίς θυμό.
«Όποιος βοηθήσει τους αντάρτες», είπε στα ελληνικά, «θα πληρώσει.»
Κανείς δεν απάντησε. Η σιωπή ήταν πιο βαριά από απειλή. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που δεν μπορούσα ακόμη να ονομάσω. Η πόλη είχε μπει σε πόλεμο πριν ακόμη ακουστεί ντουφέκι.
Τότε δεν ήξερα πως θυμόμουν ήδη. Η μνήμη αρχίζει πριν καταλάβεις ότι ζεις ιστορία.
Ήμουν ο Λιάκος. Γιός του Στέργιου, μάστορα στο μπουλούκι του Φρόντζου, από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έγραφαν το όνομά τους σε χαρτιά αλλά... το άφηναν χαραγμένο στην πέτρα. Ο πατέρας μου δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων· μιλούσε λίγο και κοίταζε πολύ. Τα χέρια του είχαν πάντα τη μυρωδιά του ασβέστη και του ιδρώτα, και όταν άγγιζε έναν τοίχο ή μια καμάρα έμοιαζε σαν να άγγιζε ζωντανό σώμα. Είχε κουβαλήσει πέτρα για να σηκωθεί η καμάρα, κι έλεγε πως ένα γεφύρι δεν είναι μόνο τέχνη· είναι συμφωνία. Όταν έσκυβε πάνω στους αρμούς, έμοιαζε σαν να ακούει κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν.
«Το γεφύρι δεν πέφτει εύκολα», μου έλεγε, χωρίς να με κοιτάζει, ενώ μετρούσε με το μάτι τις ενώσεις των λίθων.
«Μόνο αν χαλάσει η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις πέτρες.»
Τότε δεν καταλάβαινα. Νόμιζα πως μιλούσε για μαστοριά. Τώρα ξέρω πως μιλούσε για ανθρώπους.
Η Κόνιτσα ζούσε πολλά χρόνια κάτω από την οθωμανική διοίκηση, και όποιος δεν την είχε δει θα νόμιζε ίσως πως ήταν ένας τόπος ξεχασμένος στο χάρτη και περιθωριοποιημένος. Δεν ήταν όμως τόπος φτωχός ούτε ξεχασμένος Ήταν πέρασμα. Σταυροδρόμι δρόμων και χαρακτήρων. Από εδώ περνούσαν καραβάνια, κοπάδια, πραματευτάδες από τη Μακεδονία, Βλάχοι κτηνοτρόφοι, έμποροι από τα Γιάννενα, στρατιωτικά αποσπάσματα, αγγελιοφόροι που κουβαλούσαν ειδήσεις πριν ακόμη γίνουν γεγονότα. Και μαζί με τις ειδήσεις περνούσε πάντα κι ο φόβος.
Είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών γύρω στο 1430. Πέντε σχεδόν αιώνες σκλαβιάς. Τόσος χρόνος είναι αρκετός για να μάθει ένας λαός να ζει με τη σκιά χωρίς να ξεχνά πως υπάρχει φως. Κι όμως, ακόμη και μέσα στην υποταγή, η πόλη είχε ακμή. Από τα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα λογαριαζόταν σημαντικό διοικητικό και εμπορικό κέντρο. Οι μπέηδες της περιοχής εκτιμούσαν την οργάνωσή της, χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα στις συναλλαγές, έστελναν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία και έδειχναν έναν παράξενο σεβασμό προς τα μοναστήρια και τους χριστιανικούς αγίους, σαν να αναγνώριζαν πως η ψυχή ενός τόπου δεν αλλάζει εύκολα.
Οι γέροι έλεγαν γελώντας: «Κόνιτσα κασαμπάς — Γιάννενα χωριό.»
Ήταν λόγια έπαρσης, μα πίσω τους κρύβονταν πικρές μνήμες. Γιατί υπήρξαν εποχές που το πλιάτσικο και οι καταστροφές ξεπέρασαν κάθε όριο, κι όταν η εξουσία θυμάται πως είναι εξουσία, η ισορροπία χάνεται μέσα σε μια νύχτα.
Η αγορά άνοιγε από τα χαράματα. Τα κιοπέγκια σηκώνονταν με ήχο που έμοιαζε με αναστεναγμό. Οι μπακάληδες αράδιαζαν σακιά με όσπρια, οι σιδεράδες άναβαν καμίνια που έβαφαν τον αέρα κόκκινο, οι τσαγκάρηδες έστρωναν τα εργαλεία και μετά έσκυβαν πάνω από δέρματα, ο σαλεπιτζής γυροβόλαγε την αγορά με αχνιστό σαλέπι, ο καπνός από τα καφενεία μύριζε καφέ και συζητήσεις μισοειπωμένες.
Έβλεπες τα πάντα. Βλάχους με βαριές κάπες, καπότες και κουδούνια ζώων δεμένα στη ζώνη τους. Μαστόρους από την Πυρσόγιαννη και τη Βούρμπιανη, ανθρώπους της πέτρας που μιλούσαν λίγο και γελούσαν σπάνια. Γυναίκες από τη Δροσοπηγή με κοφίνια φορτωμένα τυριά και υφαντά. Μουσουλμάνους εμπόρους με μεταξωτές ζώνες, ταρί και αρώματα από μακρινές αγορές.
Η πόλη ήταν μωσαϊκό. Δεν υπήρχε καθημερινή βία όπως αρέσκονται να λένε όσοι δεν έζησαν εκείνα τα χρόνια. Υπήρχε συναλλαγή, υπήρχαν σχέσεις, ακόμη και φιλίες. Μα υπήρχε κάτι βαθύτερο και πιο κουραστικό: η αίσθηση πως ο τόπος σου δεν σου ανήκει ολοκληρωτικά. Ότι κάθε λέξη μπορεί να παρεξηγηθεί, κάθε βλέμμα να γίνει καταγγελία.
Το διοικητήριο στεκόταν ψηλά. Κι εκεί μέσα έμενε ο καϊμακάμης. Μα ο άνθρωπος που πραγματικά φόβιζε ήταν άλλος. Ο Γιουσούφ μπέης. Διοικητής της φρουράς. Μορφωμένος, έλεγαν. Είχε υπηρετήσει αλλού πριν έρθει εδώ. Δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του. Το μουστάκι του ήταν λεπτό, κοφτερό σαν γραμμή ξίφους, και τα μάτια του δεν έδειχναν θυμό· έδειχναν υπολογισμό.
Μια μέρα μπήκε στο παζάρι. Δεν φώναξε κανείς να σωπάσει. Ο τόπος σώπασε μόνος του. Ο πατέρας μου έσκυψε περισσότερο πάνω στην πέτρα.
«Μη τον κοιτάς στα μάτια», μου είπε.
«Γιατί;»
«Γιατί εκεί μέσα ψάχνει αφορμή.»
Ορισμένοι έλεγαν πως γνώριζε ελληνικά καλύτερα από πολλούς από εμάς. Ίσως γι’ αυτό να ήταν πιο επικίνδυνος· καταλάβαινε όχι μόνο τις λέξεις αλλά και τις σιωπές. Κι εκείνη τη μέρα στο παζάρι δεν χρειάστηκε να απειλήσει κανέναν. Αρκούσε που περπατούσε αργά, σαν να μετρούσε ποιος ανήκε ακόμη στην πόλη και ποιος περίμενε την αλλαγή.
Η φρουρά της Κόνιτσας ήταν ισχυρή. Περίπου χίλιοι πεντακόσιοι άνδρες. Κανονικός στρατός. Υπήρχαν πυροβόλα έξω από την πόλη και φυλάκια στα περάσματα προς τα βουνά. Οι Οθωμανοί γνώριζαν καλά τη σημασία της περιοχής. Αν χανόταν η Κόνιτσα, άνοιγε ο δρόμος προς τη Βόρεια Ήπειρο. Και τότε ήρθαν τα νέα. Νοέμβριος 1912. Στη Βούρμπιανη εμφανίστηκαν αντάρτες.
«Αλήθεια είναι;» ρώτησε η μάνα μου εκείνο το βράδυ.
Ο πατέρας έκλεισε την πόρτα πριν απαντήσει.
«Μη μιλάς δυνατά.»
«Τι έγινε;»
«Σηκώθηκαν χωριά.»
Τα είπε ένα-ένα. Λούψικο. Κάντσικο. Δροσοπηγή. Φράστανη. Μπριάζα. Τα ονόματα έπεφταν σαν πέτρες στο τραπέζι. Οι άνθρωποι δεν περίμεναν πια. Αγγελιοφόροι περνούσαν νύχτα. Ψωμί έφευγε από σπίτια. Άλογα χάνονταν και γύριζαν ιδρωμένα. Οι μανάδες έψηναν διπλά. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλά. Εκείνο το βράδυ δεν άναψε κανείς δυνατά το φως. Η μάνα μου σκέπασε το λυχνάρι με το χέρι της, σαν να φοβόταν μήπως η φλόγα φανερώσει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Από τον δρόμο ακούγονταν βήματα που σταματούσαν και ξανάρχιζαν, κι ένας σκύλος γάβγιζε χωρίς λόγο.
Ο πατέρας μου έβγαλε από την κασέλα ένα παλιό μαχαίρι. Δεν το είχα ξαναδεί. Το ακόνισε αργά.
«Δεν θα γίνει τίποτα;» ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Όταν αρχίζει η ιστορία», είπε, «πάντα γίνεται κάτι.»
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Άκουγα τον Αώο. Και νόμιζα πως μιλούσε
Τα τριάντα οχτώ χωριά και οι τέσσερις οικισμοί της επαρχίας έβραζαν κάτω από το χιόνι. Και ο Γιουσούφ Μπέης το ήξερε. Μάζεψε τους προκρίτους. Ήμουν έξω από το διοικητήριο. Άκουσα τη φωνή του. Ήρεμη. Χωρίς θυμό.
«Όποιος βοηθήσει τους αντάρτες», είπε στα ελληνικά, «θα πληρώσει.»
Κανείς δεν απάντησε. Η σιωπή ήταν πιο βαριά από απειλή. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που δεν μπορούσα ακόμη να ονομάσω. Η πόλη είχε μπει σε πόλεμο πριν ακόμη ακουστεί ντουφέκι.
Τότε δεν ήξερα πως θυμόμουν ήδη. Η μνήμη αρχίζει πριν καταλάβεις ότι ζεις ιστορία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Τα χωριά σηκώνουν κεφάλι
Τα χωριά σηκώνουν κεφάλι
Τα βουνά γύρω από την Κόνιτσα είχαν μάθει να θυμούνται. Οι ιστορίες περνούσαν από γενιά σε γενιά όπως περνά το νερό από πηγή σε πηγή, κι οι γέροι μιλούσαν για παλιούς κλέφτες και αρματολούς σαν να είχαν φύγει μόλις χθες.
Έλεγαν για τον Βέργο από τη Μόλιστα, που η παράδοση τον ήθελε να πολεμά τους Τούρκους στα αρματολίκια των Γρεβενών στα τέλη του δέκατου έκτου και στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, κι έλεγαν πως τα μονοπάτια που πατούσαμε εμείς τα είχαν περπατήσει άνθρωποι που δεν δέχτηκαν ποτέ να ζήσουν γονατιστοί.
Στον Αγώνα του 1821 η Κόνιτσα δεν βγήκε μπροστά όπως άλλοι τόποι, μα έδωσε ανθρώπους που πήραν τη φωτιά αλλού. Μιλούσαν για τον Χρήστο Τσάκα, υπασπιστή του Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, για τον Μήτση Λέζη και τον Χρήστο Ζούμη από τη Βούρμπιανη, για τον Νικόλαο Κονιτσιώτη. Αργότερα ήρθε ο καπετάν Ζέρμας από την Πλαγιά, σύντροφος του Νταβέλη, που βρέθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα.
Έλεγαν για τον Βέργο από τη Μόλιστα, που η παράδοση τον ήθελε να πολεμά τους Τούρκους στα αρματολίκια των Γρεβενών στα τέλη του δέκατου έκτου και στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, κι έλεγαν πως τα μονοπάτια που πατούσαμε εμείς τα είχαν περπατήσει άνθρωποι που δεν δέχτηκαν ποτέ να ζήσουν γονατιστοί.
Στον Αγώνα του 1821 η Κόνιτσα δεν βγήκε μπροστά όπως άλλοι τόποι, μα έδωσε ανθρώπους που πήραν τη φωτιά αλλού. Μιλούσαν για τον Χρήστο Τσάκα, υπασπιστή του Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, για τον Μήτση Λέζη και τον Χρήστο Ζούμη από τη Βούρμπιανη, για τον Νικόλαο Κονιτσιώτη. Αργότερα ήρθε ο καπετάν Ζέρμας από την Πλαγιά, σύντροφος του Νταβέλη, που βρέθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα.
Η ιστορία δεν είχε φύγει. Απλώς περίμενε.
Από το 1906 ο επίσκοπος Βελλάς και Κονίτσης, ο Σπυρίδων Βλάχος, γύριζε χωριά και μιλούσε χαμηλά με ανθρώπους που έμοιαζαν απλοί, μα κρατούσαν μέσα τους φωτιά. Οργάνωνε σώματα, έφτιαχνε δίκτυα, κι έδινε στους ανθρώπους την αίσθηση πως δεν ήταν μόνοι.
Όταν το 1912 έφτασε στην πόλη ο Τζαβήτ πασάς, όλοι κατάλαβαν γιατί. Ήρθε με δύο χιλιάδες στρατιώτες. Έστησε κανόνια κάτω από την πλατεία. Ζήτησε τρόφιμα. Η πόλη και τα χωριά άρχισαν να τρέφουν στρατό ξένο. Η σκλαβιά έγινε πείνα. Από τον Νοέμβριο ξεσηκώθηκαν οι πρώτοι. Στη Βούρμπιανη συγκροτήθηκε σώμα με εκατό γκράδες. Η Οξυά εξοπλίστηκε. Ο ηγούμενος της Μονής Ζέρμας Διονύσιος Παπαδάτος ξεσήκωσε τη Ζέρμα και τη Δροσοπηγή. Η Φούρκα επαναστάτησε. Το Κεράσοβο οπλίστηκε με εκατόν πενήντα γκράδες που έφερε ο αγωγιάτης Κώστας Γαλάνης.
Οι Τούρκοι έκαναν εφόδους. Αποκρούστηκαν. Έκαψαν χωριά. Άρπαξαν τρόφιμα. Μα η φωτιά δεν έσβηνε. Στη λάκκα του Αώου σηκώθηκε το Δίστρατο. Ο Νικόλας Γούλας. Ο δάσκαλος Ξενοφών. Ο παπα-Θανάσης. Ογδόντα παλικάρια. Τα περάσματα έκλεισαν.
15 Ιανουαρίου 1913. Το Κεράσοβο έπεσε. Σπίτια κάηκαν. Οι άνθρωποι έφυγαν πρόσφυγες. Όταν έφτασαν οι πρώτοι από το Κεράσοβο, δεν έμοιαζαν με ανθρώπους που ταξίδεψαν· έμοιαζαν με ανθρώπους που άφησαν πίσω τους τη ζωή τους. Μια γυναίκα κρατούσε μόνο ένα κλειδί. Δεν είχε σπίτι πια, μα κρατούσε το κλειδί σαν υπόσχεση.
«Θα γυρίσουμε», έλεγε.
Κανείς δεν της απάντησε.
Γιατί όλοι ήξεραν πως τα καμένα σπίτια δεν περιμένουν.
Περιμένουν μόνο οι άνθρωποι.
Και τότε εμφανίστηκε ο ελληνικός στρατός. Δύο λόχοι. Λοχαγός Δημήτριος Παπανικολάου. Η ιστορία πλησίαζε.
Όταν το 1912 έφτασε στην πόλη ο Τζαβήτ πασάς, όλοι κατάλαβαν γιατί. Ήρθε με δύο χιλιάδες στρατιώτες. Έστησε κανόνια κάτω από την πλατεία. Ζήτησε τρόφιμα. Η πόλη και τα χωριά άρχισαν να τρέφουν στρατό ξένο. Η σκλαβιά έγινε πείνα. Από τον Νοέμβριο ξεσηκώθηκαν οι πρώτοι. Στη Βούρμπιανη συγκροτήθηκε σώμα με εκατό γκράδες. Η Οξυά εξοπλίστηκε. Ο ηγούμενος της Μονής Ζέρμας Διονύσιος Παπαδάτος ξεσήκωσε τη Ζέρμα και τη Δροσοπηγή. Η Φούρκα επαναστάτησε. Το Κεράσοβο οπλίστηκε με εκατόν πενήντα γκράδες που έφερε ο αγωγιάτης Κώστας Γαλάνης.
Οι Τούρκοι έκαναν εφόδους. Αποκρούστηκαν. Έκαψαν χωριά. Άρπαξαν τρόφιμα. Μα η φωτιά δεν έσβηνε. Στη λάκκα του Αώου σηκώθηκε το Δίστρατο. Ο Νικόλας Γούλας. Ο δάσκαλος Ξενοφών. Ο παπα-Θανάσης. Ογδόντα παλικάρια. Τα περάσματα έκλεισαν.
15 Ιανουαρίου 1913. Το Κεράσοβο έπεσε. Σπίτια κάηκαν. Οι άνθρωποι έφυγαν πρόσφυγες. Όταν έφτασαν οι πρώτοι από το Κεράσοβο, δεν έμοιαζαν με ανθρώπους που ταξίδεψαν· έμοιαζαν με ανθρώπους που άφησαν πίσω τους τη ζωή τους. Μια γυναίκα κρατούσε μόνο ένα κλειδί. Δεν είχε σπίτι πια, μα κρατούσε το κλειδί σαν υπόσχεση.
«Θα γυρίσουμε», έλεγε.
Κανείς δεν της απάντησε.
Γιατί όλοι ήξεραν πως τα καμένα σπίτια δεν περιμένουν.
Περιμένουν μόνο οι άνθρωποι.
Και τότε εμφανίστηκε ο ελληνικός στρατός. Δύο λόχοι. Λοχαγός Δημήτριος Παπανικολάου. Η ιστορία πλησίαζε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η νύχτα πριν από την καταιγίδα
Η νύχτα πριν από την καταιγίδα
Η πόλη δεν κοιμόταν πια όπως άλλοτε. Δεν υπήρχε ακόμη μάχη μέσα στους δρόμους, ούτε κανονιές που να σκίζουν τον αέρα, κι όμως όλοι περπατούσαν σαν να άκουγαν ήδη τον πόλεμο να πλησιάζει. Οι φήμες έφταναν πριν από τους στρατούς· περνούσαν από στόμα σε στόμα, άλλαζαν μορφή, μεγάλωναν ή μίκραιναν, μα άφηναν πίσω τους την ίδια αίσθηση: πως κάτι τελειώνει.
Η φυλάκιση του Μητροπολίτη Σπυρίδωνα Βλάχου ήταν η στιγμή που ο φόβος έγινε προσωπικός. Τον έκλεισαν σε σπίτι πάνω από την αγορά, σχεδόν κάτω από τα μάτια όλων, σαν να ήθελαν να δείξουν ότι κανείς δεν είναι απρόσβλητος. Ο Τζαβήτ πασάς αναζητούσε κατηγορία που να δικαιολογεί την εσχάτη των ποινών· ήθελε παράδειγμα, όχι δικαιοσύνη.
Ο Τζαβήτ δεν φοβόταν τα όπλα· φοβόταν τη συμφωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. Ήξερε πως όταν ένας δεσπότης, ένας δάσκαλος κι ένας αγωγιάτης αρχίζουν να μιλούν την ίδια γλώσσα, τότε καμία φρουρά δεν φτάνει.
Θυμάμαι τον κόσμο να περνά μπροστά από εκείνο το σπίτι με βλέμμα χαμηλωμένο. Κανείς δεν μιλούσε δυνατά, μα όλοι σταυροκοπιούνταν όταν έστριβαν τη γωνία. Ακόμη και μουσουλμάνοι της πόλης, άνθρωποι που είχαν συναλλαγές και φιλίες χρόνων μαζί του, έλεγαν πως ήταν άδικο.
Τελικά η σωτηρία ήρθε από μακριά. Το τηλεγράφημα του Διαδόχου Κωνσταντίνου προς τον Εσάτ πασά των Ιωαννίνων έφτασε σαν ξαφνικός άνεμος που ανοίγει παράθυρο κλειστό. Η διαταγή ήταν σαφής. Ο δεσπότης δεν έπρεπε να πειραχτεί.
Λένε πως όταν έφτασε η απάντηση στον Τζαβήτ, χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Ξέρω όμως πως από εκείνη τη μέρα οι περιπολίες έγιναν πιο άγριες. Ένας στρατός που χάνει τον έλεγχο γίνεται επικίνδυνος.
Η φυλάκιση του Μητροπολίτη Σπυρίδωνα Βλάχου ήταν η στιγμή που ο φόβος έγινε προσωπικός. Τον έκλεισαν σε σπίτι πάνω από την αγορά, σχεδόν κάτω από τα μάτια όλων, σαν να ήθελαν να δείξουν ότι κανείς δεν είναι απρόσβλητος. Ο Τζαβήτ πασάς αναζητούσε κατηγορία που να δικαιολογεί την εσχάτη των ποινών· ήθελε παράδειγμα, όχι δικαιοσύνη.
Ο Τζαβήτ δεν φοβόταν τα όπλα· φοβόταν τη συμφωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. Ήξερε πως όταν ένας δεσπότης, ένας δάσκαλος κι ένας αγωγιάτης αρχίζουν να μιλούν την ίδια γλώσσα, τότε καμία φρουρά δεν φτάνει.
Θυμάμαι τον κόσμο να περνά μπροστά από εκείνο το σπίτι με βλέμμα χαμηλωμένο. Κανείς δεν μιλούσε δυνατά, μα όλοι σταυροκοπιούνταν όταν έστριβαν τη γωνία. Ακόμη και μουσουλμάνοι της πόλης, άνθρωποι που είχαν συναλλαγές και φιλίες χρόνων μαζί του, έλεγαν πως ήταν άδικο.
Τελικά η σωτηρία ήρθε από μακριά. Το τηλεγράφημα του Διαδόχου Κωνσταντίνου προς τον Εσάτ πασά των Ιωαννίνων έφτασε σαν ξαφνικός άνεμος που ανοίγει παράθυρο κλειστό. Η διαταγή ήταν σαφής. Ο δεσπότης δεν έπρεπε να πειραχτεί.
Λένε πως όταν έφτασε η απάντηση στον Τζαβήτ, χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Ξέρω όμως πως από εκείνη τη μέρα οι περιπολίες έγιναν πιο άγριες. Ένας στρατός που χάνει τον έλεγχο γίνεται επικίνδυνος.
Η σιωπηλή αγορά
Η αγορά έμοιαζε ίδια, μα δεν ήταν. Οι πάγκοι ήταν γεμάτοι, όμως κανείς δεν παζάρευε. Οι άνθρωποι αγόραζαν γρήγορα και έφευγαν. Ένα παιδί έτρεξε γελώντας και η μάνα του το άρπαξε από τον ώμο.
«Μη φωνάζεις», του είπε.
Δεν υπήρχε λόγος. Κι όμως όλοι ψιθύριζαν.
Η σκλαβιά δεν χρειάζεται πάντα φρουρούς. Μερικές φορές γίνεται συνήθεια.
Έξω από την πόλη, όμως, συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Στη Φούρκα είχαν φτάσει ελληνικές δυνάμεις. Δύο λόχοι με επικεφαλής τον λοχαγό Δημήτριο Παπανικολάου, άνθρωπο λιγομίλητο και υπομονετικό, που γνώριζε πως η κατάληψη μιας πόλης δεν είναι υπόθεση ορμής αλλά χρόνου. Οι οπλαρχηγοί των χωριών συγκεντρώθηκαν μαζί του· άνθρωποι της πέτρας και των κοπαδιών, δάσκαλοι, παπάδες και αγωγιάτες, όλοι γύρω από έναν χάρτη που δεν ήταν χαρτί αλλά μνήμη: μονοπάτια, ρεματιές, περάσματα.
Ο πατέρας μου έλεγε πως εκείνες τις νύχτες τα άλογα περπατούσαν περισσότερο από τους ανθρώπους. Αγγελιοφόροι ανέβαιναν από τη Μόλιστα. Άλλοι κατέβαιναν από τη λάκκα του Αώου. Τα χωριά είχαν γίνει μάτια και αυτιά.
Μέσα στην Κόνιτσα δεν γνωρίζαμε λεπτομέρειες. Μόνο αισθανόμασταν. Η μάνα μου άναβε κερί κάθε βράδυ χωρίς να εξηγεί γιατί. Ο πατέρας μου δεν κοιμόταν. Καθόταν δίπλα στα εργαλεία του, ακουμπούσε την πέτρα σαν να ζητούσε κουράγιο από αυτήν.
Κι εγώ άκουγα τον Αώο. Σαν να μετρούσε αντίστροφα.
«Μη φωνάζεις», του είπε.
Δεν υπήρχε λόγος. Κι όμως όλοι ψιθύριζαν.
Η σκλαβιά δεν χρειάζεται πάντα φρουρούς. Μερικές φορές γίνεται συνήθεια.
Έξω από την πόλη, όμως, συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Στη Φούρκα είχαν φτάσει ελληνικές δυνάμεις. Δύο λόχοι με επικεφαλής τον λοχαγό Δημήτριο Παπανικολάου, άνθρωπο λιγομίλητο και υπομονετικό, που γνώριζε πως η κατάληψη μιας πόλης δεν είναι υπόθεση ορμής αλλά χρόνου. Οι οπλαρχηγοί των χωριών συγκεντρώθηκαν μαζί του· άνθρωποι της πέτρας και των κοπαδιών, δάσκαλοι, παπάδες και αγωγιάτες, όλοι γύρω από έναν χάρτη που δεν ήταν χαρτί αλλά μνήμη: μονοπάτια, ρεματιές, περάσματα.
Ο πατέρας μου έλεγε πως εκείνες τις νύχτες τα άλογα περπατούσαν περισσότερο από τους ανθρώπους. Αγγελιοφόροι ανέβαιναν από τη Μόλιστα. Άλλοι κατέβαιναν από τη λάκκα του Αώου. Τα χωριά είχαν γίνει μάτια και αυτιά.
Μέσα στην Κόνιτσα δεν γνωρίζαμε λεπτομέρειες. Μόνο αισθανόμασταν. Η μάνα μου άναβε κερί κάθε βράδυ χωρίς να εξηγεί γιατί. Ο πατέρας μου δεν κοιμόταν. Καθόταν δίπλα στα εργαλεία του, ακουμπούσε την πέτρα σαν να ζητούσε κουράγιο από αυτήν.
Κι εγώ άκουγα τον Αώο. Σαν να μετρούσε αντίστροφα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η μάχη των περασμάτων
Η μάχη των περασμάτων
Ο λοχαγός Παπανικολάου πέρασε την Πουρνιά προσεκτικά, σαν άνθρωπος που γνωρίζει ότι κάθε βιασύνη κοστίζει ζωές. Η Μόλιστα τον δέχτηκε στις 9 Φεβρουαρίου σαν προάγγελο αλλαγής. Δεν υπήρχαν πανηγυρισμοί· μόνο ανακούφιση και σιωπηλές χειραψίες. Οι ειδήσεις έφτασαν γρήγορα στην Κόνιτσα. Ο Τζαβήτ ταράχτηκε.
Έστειλε σώματα προς το Πεκλάρι, τη σημερινή Πηγή, κι άλλα προς τη Μονή Στομίου. Οι πληροφορίες έλεγαν πως οι επαναστάτες πλησίαζαν στη θέση Σουσνίτσα. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές, μα οι άνδρες των χωριών γνώριζαν το έδαφος καλύτερα από κάθε στρατιωτικό χάρτη. Αποκρούστηκαν. Και τότε ο Τζαβήτ αποφάσισε να τελειώνει. Ξεκίνησε ο ίδιος με όλες του τις δυνάμεις. Τέσσερις χιλιάδες άντρες. Κανόνια. Πυροβόλα.
Η σύγκρουση γύρω από το Κεράσοβο κράτησε έξι ολόκληρες ημέρες. Ο ελληνικός στρατός και τα αντάρτικα σώματα αμύνονταν με πολύ λιγότερους άνδρες, μα είχαν κάτι που δεν μετριέται σε αριθμούς: γνώριζαν γιατί πολεμούν. Οι κάτοικοι κρύβονταν σε χαράδρες. Οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό. Οι παπάδες εξομολογούσαν πριν από κάθε έφοδο. Και τότε, την έβδομη ημέρα, έφτασε η είδηση. Τα Ιωάννινα έπεσαν.
Ο Εσάτ πασάς παραδόθηκε. Ο Τζαβήτ κατάλαβε. Χωρίς τα Γιάννενα, η Κόνιτσα ήταν χαμένη. Υποχώρησε. Όχι με τάξη. Με φόβο.
Έστειλε σώματα προς το Πεκλάρι, τη σημερινή Πηγή, κι άλλα προς τη Μονή Στομίου. Οι πληροφορίες έλεγαν πως οι επαναστάτες πλησίαζαν στη θέση Σουσνίτσα. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές, μα οι άνδρες των χωριών γνώριζαν το έδαφος καλύτερα από κάθε στρατιωτικό χάρτη. Αποκρούστηκαν. Και τότε ο Τζαβήτ αποφάσισε να τελειώνει. Ξεκίνησε ο ίδιος με όλες του τις δυνάμεις. Τέσσερις χιλιάδες άντρες. Κανόνια. Πυροβόλα.
Η σύγκρουση γύρω από το Κεράσοβο κράτησε έξι ολόκληρες ημέρες. Ο ελληνικός στρατός και τα αντάρτικα σώματα αμύνονταν με πολύ λιγότερους άνδρες, μα είχαν κάτι που δεν μετριέται σε αριθμούς: γνώριζαν γιατί πολεμούν. Οι κάτοικοι κρύβονταν σε χαράδρες. Οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό. Οι παπάδες εξομολογούσαν πριν από κάθε έφοδο. Και τότε, την έβδομη ημέρα, έφτασε η είδηση. Τα Ιωάννινα έπεσαν.
Ο Εσάτ πασάς παραδόθηκε. Ο Τζαβήτ κατάλαβε. Χωρίς τα Γιάννενα, η Κόνιτσα ήταν χαμένη. Υποχώρησε. Όχι με τάξη. Με φόβο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Το γεφύρι που δεν έπεσε
Το γεφύρι που δεν έπεσε
Στις 22 Φεβρουαρίου η πόλη ζούσε μέσα σε μια παράξενη σιωπή. Οι χριστιανοί φοβούνταν μήπως η υποχωρούσα φρουρά αφήσει πίσω της φωτιά και αίμα. Άλλοι έλεγαν πως οι Τούρκοι τραβούσαν προς την Πρεμετή· άλλοι πως ο Τζαβήτ κατευθυνόταν προς το Μπουραζάνι.
Και τότε ακούστηκε ο κρότος. Από το ποτάμι. Ένας ήχος βαθύς. Όχι κανονιά. Κάτι χειρότερο. Η φήμη απλώθηκε σαν αστραπή: είχαν δώσει εντολή να ανατιναχθεί η πέτρινη γέφυρα. Το γεφύρι δεν ήταν απλώς πέρασμα. Ήταν η μνήμη του τόπου. Έτρεξα μαζί με άλλους. Ο καπνός ανέβαινε ακόμη. Αργότερα μάθαμε τι είχε συμβεί.
Με υπόδειξη του δεσπότη, τσοπαναραίοι της περιοχής είχαν αφαιρέσει μεγάλο μέρος των εκρηκτικών πριν δοθεί η εντολή. Η έκρηξη προκάλεσε μόνο μικρές ζημιές. Το γεφύρι στάθηκε όρθιο. Ο πατέρας μου το άγγιξε σαν άνθρωπο.
«Κρατήθηκε», είπε.
Ο πατέρας μου στάθηκε για ώρα σιωπηλός.
«Αν έπεφτε», είπε, «θα νόμιζαν πως έσπασαν τον δρόμο μας. Δεν ξέρουν πως ο δρόμος δεν είναι η πέτρα. Είναι οι άνθρωποι.»
Κι εγώ κατάλαβα πως δεν σώζονται τα μεγάλα έργα από τύχη. Σώζονται από ανθρώπους που δεν γράφονται στα βιβλία.
Και τότε ακούστηκε ο κρότος. Από το ποτάμι. Ένας ήχος βαθύς. Όχι κανονιά. Κάτι χειρότερο. Η φήμη απλώθηκε σαν αστραπή: είχαν δώσει εντολή να ανατιναχθεί η πέτρινη γέφυρα. Το γεφύρι δεν ήταν απλώς πέρασμα. Ήταν η μνήμη του τόπου. Έτρεξα μαζί με άλλους. Ο καπνός ανέβαινε ακόμη. Αργότερα μάθαμε τι είχε συμβεί.
Με υπόδειξη του δεσπότη, τσοπαναραίοι της περιοχής είχαν αφαιρέσει μεγάλο μέρος των εκρηκτικών πριν δοθεί η εντολή. Η έκρηξη προκάλεσε μόνο μικρές ζημιές. Το γεφύρι στάθηκε όρθιο. Ο πατέρας μου το άγγιξε σαν άνθρωπο.
«Κρατήθηκε», είπε.
Ο πατέρας μου στάθηκε για ώρα σιωπηλός.
«Αν έπεφτε», είπε, «θα νόμιζαν πως έσπασαν τον δρόμο μας. Δεν ξέρουν πως ο δρόμος δεν είναι η πέτρα. Είναι οι άνθρωποι.»
Κι εγώ κατάλαβα πως δεν σώζονται τα μεγάλα έργα από τύχη. Σώζονται από ανθρώπους που δεν γράφονται στα βιβλία.
Η φυγή δεν μοιάζει ποτέ με ήττα όταν τη βλέπεις από μακριά. Από κοντά όμως έχει ήχο· τον ήχο της βιασύνης, της αταξίας, της σιωπηλής ντροπής. Έτσι έφυγαν οι τελευταίοι Οθωμανοί από την Κόνιτσα. Δεν υπήρξε μάχη μέσα στους δρόμους. Δεν χρειάστηκαν κανονιές. Η πτώση των Ιωαννίνων είχε κόψει το νήμα που κρατούσε τη φρουρά όρθια. Χωρίς στήριγμα, χωρίς διαταγές που να υπόσχονται ενισχύσεις, ο Τζαβήτ πασάς πήρε την απόφαση που όλοι φοβούνταν και όλοι περίμεναν μαζί: να εγκαταλείψει την πόλη. Τον είδαν να περνά σκυθρωπός, πλαισιωμένος από το επιτελείο του, να τραβά προς το Μπουραζάνι. Άλλοι στρατιώτες κατευθύνθηκαν προς την Πρεμετή. Δεν κοίταζαν πίσω.
Η αγορά άνοιξε διστακτικά εκείνο το πρωινό. Οι άνθρωποι βγήκαν σαν να δοκίμαζαν αν ο αέρας είχε αλλάξει πραγματικά. Κάποιοι σταυροκοπιούνταν. Άλλοι έμεναν στα κατώφλια, φοβούμενοι πως ήταν παγίδα. Η μάνα μου δεν με άφηνε να απομακρυνθώ.
«Μη βιάζεσαι», είπε. «Ο λύκος δαγκώνει όταν φεύγει.»
Δεν είχε άδικο. Ο φόβος των λεηλασιών πλανιόταν πάνω από την πόλη σαν σύννεφο. Οι χριστιανοί φοβούνταν αντίποινα της τελευταίας στιγμής. Κάποιοι μουσουλμάνοι γείτονες έμειναν· άνθρωποι που είχαν ζήσει μαζί μας χρόνια, που κοιτούσαν κι εκείνοι αμήχανα τον δρόμο, σαν να μην ήξεραν σε ποιον κόσμο ανήκουν πια.
Εκείνες τις ώρες η Κόνιτσα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Μια πόλη χωρίς αφέντη. Χωρίς διαταγές. Χωρίς στρατιώτες στις γωνίες. Μόνο άνθρωποι που περίμεναν. Και τότε άρχισαν να κατεβαίνουν από τα βουνά οι πρώτοι.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν φοβόμουν πια. Και όταν έφυγε ο φόβος, έμεινε μόνο η ευθύνη να θυμάμαι.
Η αγορά άνοιξε διστακτικά εκείνο το πρωινό. Οι άνθρωποι βγήκαν σαν να δοκίμαζαν αν ο αέρας είχε αλλάξει πραγματικά. Κάποιοι σταυροκοπιούνταν. Άλλοι έμεναν στα κατώφλια, φοβούμενοι πως ήταν παγίδα. Η μάνα μου δεν με άφηνε να απομακρυνθώ.
«Μη βιάζεσαι», είπε. «Ο λύκος δαγκώνει όταν φεύγει.»
Δεν είχε άδικο. Ο φόβος των λεηλασιών πλανιόταν πάνω από την πόλη σαν σύννεφο. Οι χριστιανοί φοβούνταν αντίποινα της τελευταίας στιγμής. Κάποιοι μουσουλμάνοι γείτονες έμειναν· άνθρωποι που είχαν ζήσει μαζί μας χρόνια, που κοιτούσαν κι εκείνοι αμήχανα τον δρόμο, σαν να μην ήξεραν σε ποιον κόσμο ανήκουν πια.
Εκείνες τις ώρες η Κόνιτσα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Μια πόλη χωρίς αφέντη. Χωρίς διαταγές. Χωρίς στρατιώτες στις γωνίες. Μόνο άνθρωποι που περίμεναν. Και τότε άρχισαν να κατεβαίνουν από τα βουνά οι πρώτοι.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν φοβόμουν πια. Και όταν έφυγε ο φόβος, έμεινε μόνο η ευθύνη να θυμάμαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Οι πρώτοι ελεύθεροι
Οι πρώτοι ελεύθεροι
Από τη θέση Κουρί φάνηκαν πρώτα σαν σκιές. Άντρες κουρασμένοι, με γκράδες στον ώμο και μάτια που είχαν δει φωτιά. Ήταν οι επαναστάτες από τα βλαχόφωνα χωριά της λάκκας του Αώου — από το Δίστρατο, τα Άρματα, τους Πάδες, το Παλαιοσέλι. Δεν μπήκαν σαν στρατός που κατακτά· μπήκαν σαν άνθρωποι που επιστρέφουν. Κάποιος τους αναγνώρισε. Ένας ψίθυρος έγινε φωνή.
Και τότε ο Αγησίλαος Παπαχρηστίδης ανέβηκε τρέχοντας στο καμπαναριό του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη καμπάνα χτύπησε διστακτικά. Η δεύτερη δυνατά. Η τρίτη έσπασε τη σιωπή πέντε αιώνων.
Ο ήχος κύλησε πάνω από στέγες, έφτασε στον Αώο, ανέβηκε στις πλαγιές της Τύμφης και γύρισε πίσω σαν απάντηση. Οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν. Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε να κλαίει πρώτος. Ίσως να μην ήταν καν άνθρωπος· ίσως να ήταν η ίδια η πόλη που άφηνε επιτέλους τον αέρα να βγει από μέσα της. Γυναίκες έκλαιγαν. Παιδιά γελούσαν χωρίς να ξέρουν γιατί.
Ο Γεράσης Γούσιας από το Δίστρατο ανέβηκε στο καμπαναριό και ύψωσε την ελληνική σημαία. Δεν ήταν μεγάλη. Ούτε καινούρια. Μα όταν άνοιξε στον αέρα, η πόλη έμοιασε να παίρνει βαθιά ανάσα για πρώτη φορά. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων βγήκε μαζί με τους προκρίτους. Δεν υπήρχαν μεγάλες λέξεις. Μόνο αγκαλιές. Ψωμί. Κρασί. Κάποιος έφερε τυρί. Άλλος κουβέρτες. Οι άνθρωποι φιλοξενούσαν εκείνους που είχαν πολεμήσει γι’ αυτούς. Μα όλοι ήξεραν. Δεν είχε τελειώσει. Έλειπε ακόμη ο στρατός.
Και τότε ο Αγησίλαος Παπαχρηστίδης ανέβηκε τρέχοντας στο καμπαναριό του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη καμπάνα χτύπησε διστακτικά. Η δεύτερη δυνατά. Η τρίτη έσπασε τη σιωπή πέντε αιώνων.
Ο ήχος κύλησε πάνω από στέγες, έφτασε στον Αώο, ανέβηκε στις πλαγιές της Τύμφης και γύρισε πίσω σαν απάντηση. Οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν. Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε να κλαίει πρώτος. Ίσως να μην ήταν καν άνθρωπος· ίσως να ήταν η ίδια η πόλη που άφηνε επιτέλους τον αέρα να βγει από μέσα της. Γυναίκες έκλαιγαν. Παιδιά γελούσαν χωρίς να ξέρουν γιατί.
Ο Γεράσης Γούσιας από το Δίστρατο ανέβηκε στο καμπαναριό και ύψωσε την ελληνική σημαία. Δεν ήταν μεγάλη. Ούτε καινούρια. Μα όταν άνοιξε στον αέρα, η πόλη έμοιασε να παίρνει βαθιά ανάσα για πρώτη φορά. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων βγήκε μαζί με τους προκρίτους. Δεν υπήρχαν μεγάλες λέξεις. Μόνο αγκαλιές. Ψωμί. Κρασί. Κάποιος έφερε τυρί. Άλλος κουβέρτες. Οι άνθρωποι φιλοξενούσαν εκείνους που είχαν πολεμήσει γι’ αυτούς. Μα όλοι ήξεραν. Δεν είχε τελειώσει. Έλειπε ακόμη ο στρατός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Η μέρα της Τυρινής
Η μέρα της Τυρινής
Η Κυριακή της Τυρινής ξημέρωσε ήσυχη, σαν να μην ήξερε τι ετοίμαζε η ιστορία. Από νωρίς κυκλοφόρησε η είδηση πως ο ελληνικός στρατός πλησιάζει. Δεν χρειάστηκε διαταγή.
Ολόκληρη η πόλη βγήκε έξω.
Πήραν τον δρόμο προς τον Άϊ Γιάννη. Χριστιανοί. Γέροι. Παιδιά. Και μαζί τους μουσουλμάνοι κάτοικοι που δεν είχαν φύγει. Μπροστά βάδιζε ο Σπυρίδων με τους προκρίτους. Θυμάμαι τον πατέρα μου να περπατά δίπλα μου χωρίς να μιλά. Κρατούσε το καπέλο στα χέρια σαν να πήγαινε σε λειτουργία. Κάποιοι κοίταζαν ακόμη προς τον δρόμο του Μπουραζανίου, σαν να φοβούνταν μήπως ο Τζαβήτ γυρίσει. Η σκλαβιά δεν φεύγει την ίδια ώρα που φεύγουν οι στρατιώτες της.
Οι ώρες περνούσαν. Ο αέρας μύριζε χιόνι. Κανείς δεν έφευγε.
Ένας γέρος στάθηκε μπροστά μας. Κρατούσε μια εικόνα.
«Την κράτησα σαράντα χρόνια κρυμμένη», είπε.
«Αν δεν έρθουν σήμερα, θα τη θάψω μαζί μου.»
Κανείς δεν γέλασε.
Και τότε, μετά το μεσημέρι, φάνηκαν. Πρώτα η σκόνη. Ύστερα άλογα. Μετά οι στολές. Ο λοχαγός Δημήτριος Παπανικολάου μπροστά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ήχο. Οι ζητωκραυγές χτύπησαν τις πλαγιές της Γκαμήλας, του Λαζάρου, της Τύμφης και του Σμόλικα και γύρισαν πίσω σαν κύμα.
Ολόκληρη η πόλη βγήκε έξω.
Πήραν τον δρόμο προς τον Άϊ Γιάννη. Χριστιανοί. Γέροι. Παιδιά. Και μαζί τους μουσουλμάνοι κάτοικοι που δεν είχαν φύγει. Μπροστά βάδιζε ο Σπυρίδων με τους προκρίτους. Θυμάμαι τον πατέρα μου να περπατά δίπλα μου χωρίς να μιλά. Κρατούσε το καπέλο στα χέρια σαν να πήγαινε σε λειτουργία. Κάποιοι κοίταζαν ακόμη προς τον δρόμο του Μπουραζανίου, σαν να φοβούνταν μήπως ο Τζαβήτ γυρίσει. Η σκλαβιά δεν φεύγει την ίδια ώρα που φεύγουν οι στρατιώτες της.
Οι ώρες περνούσαν. Ο αέρας μύριζε χιόνι. Κανείς δεν έφευγε.
Ένας γέρος στάθηκε μπροστά μας. Κρατούσε μια εικόνα.
«Την κράτησα σαράντα χρόνια κρυμμένη», είπε.
«Αν δεν έρθουν σήμερα, θα τη θάψω μαζί μου.»
Κανείς δεν γέλασε.
Και τότε, μετά το μεσημέρι, φάνηκαν. Πρώτα η σκόνη. Ύστερα άλογα. Μετά οι στολές. Ο λοχαγός Δημήτριος Παπανικολάου μπροστά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ήχο. Οι ζητωκραυγές χτύπησαν τις πλαγιές της Γκαμήλας, του Λαζάρου, της Τύμφης και του Σμόλικα και γύρισαν πίσω σαν κύμα.
«Χριστός Ανέστη, αδέλφια!»
Τότε κατάλαβα πως η λέξη «αδέλφια» δεν ειπώθηκε για τους στρατιώτες. Ειπώθηκε για τους νεκρούς που δεν ήταν εκεί να δουν την ημέρα.
«Χριστός Ανέστη, αδέλφια!»
Φώναζαν άνθρωποι που δεν ήταν Πάσχα. Μα ήταν Ανάσταση. Ο Παπανικολάου κατέβηκε από το άλογο. Χαιρέτησε στρατιωτικά. Φίλησε το χέρι του Μητροπολίτη. Ο Σπυρίδων τον αγκάλιασε. Και τότε είδα έναν αξιωματικό να δακρύζει. Δεν ήξερα πως οι στρατιώτες κλαίνε. Εκφωνήθηκαν λόγοι. Κανείς δεν τους θυμάται. Θυμούνται μόνο τις αγκαλιές.
Η είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κόνιτσα δεν είχε τίποτε από την ψυχρή τάξη μιας στρατιωτικής κατάληψης. Δεν υπήρχαν τυμπανοκρουσίες ούτε επιδεικτικές παρατάξεις. Υπήρχε κάτι βαθύτερο· μια συγκίνηση που ξεπερνούσε και τους στρατιώτες και τους κατοίκους, σαν να συναντιούνταν δύο κομμάτια του ίδιου σώματος που είχαν χωριστεί αιώνες πριν.
Από τον Αϊ Γιάννη ξεκίνησε η πομπή προς την πόλη. Ο κόσμος περπατούσε δίπλα στους στρατιώτες, όχι πίσω τους. Οι γυναίκες άπλωναν χέρια για να αγγίξουν τις στολές, σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν πως δεν ήταν όνειρο. Παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στα άλογα γελώντας, κι οι γέροι περπατούσαν αργά, με μάτια βουρκωμένα, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους όλους όσοι δεν πρόλαβαν να δουν εκείνη τη μέρα.
Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα μου σιωπηλός. Δεν μιλούσε. Κάποια στιγμή έσκυψε και πήρε λίγο χώμα. Το κράτησε στη χούφτα του. Δεν τον ρώτησα γιατί. Κατάλαβα.
Όταν φτάσαμε στην πλατεία, η καμπάνα του Αγίου Νικολάου άρχισε να χτυπά ξανά. Ο ήχος της ήταν διαφορετικός από κάθε άλλη φορά. Δεν καλούσε σε λειτουργία ούτε σε κηδεία· καλούσε σε μνήμη.
Στον ναό τελέστηκε δοξολογία. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη και ευλόγησε την πόλη. Οι αξιωματικοί στάθηκαν προσοχή, κι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν βαθμοί και αξιώματα· υπήρχαν μόνο άνθρωποι που είχαν περάσει τον ίδιο δρόμο για να φτάσουν εκεί. Ο λοχαγός Παπανικολάου στεκόταν ακίνητος. Όταν τελείωσε η ακολουθία, οι άνθρωποι έπεσαν πάνω στους στρατιώτες. Τους αγκάλιαζαν. Τους φιλούσαν. Έκλαιγαν. Άλλοι έφερναν ψωμί. Άλλοι κρασί.
Οι άρχοντες Φλωραίοι και Μακκαραίοι άνοιξαν τα σπίτια τους και έστρωσαν τραπέζια. Η πόλη έτρωγε μαζί με τον στρατό σαν οικογένεια που ξαναβρίσκεται ύστερα από μακρύ χωρισμό. Εκείνο το βράδυ κανείς δεν κοιμήθηκε νωρίς. Οι δρόμοι έμειναν φωτισμένοι.
Οι άνθρωποι μιλούσαν δυνατά χωρίς φόβο. Κι αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο.
Η ελευθερία είχε ήχο.
Από τον Αϊ Γιάννη ξεκίνησε η πομπή προς την πόλη. Ο κόσμος περπατούσε δίπλα στους στρατιώτες, όχι πίσω τους. Οι γυναίκες άπλωναν χέρια για να αγγίξουν τις στολές, σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν πως δεν ήταν όνειρο. Παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στα άλογα γελώντας, κι οι γέροι περπατούσαν αργά, με μάτια βουρκωμένα, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους όλους όσοι δεν πρόλαβαν να δουν εκείνη τη μέρα.
Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα μου σιωπηλός. Δεν μιλούσε. Κάποια στιγμή έσκυψε και πήρε λίγο χώμα. Το κράτησε στη χούφτα του. Δεν τον ρώτησα γιατί. Κατάλαβα.
Όταν φτάσαμε στην πλατεία, η καμπάνα του Αγίου Νικολάου άρχισε να χτυπά ξανά. Ο ήχος της ήταν διαφορετικός από κάθε άλλη φορά. Δεν καλούσε σε λειτουργία ούτε σε κηδεία· καλούσε σε μνήμη.
Στον ναό τελέστηκε δοξολογία. Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη και ευλόγησε την πόλη. Οι αξιωματικοί στάθηκαν προσοχή, κι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχαν βαθμοί και αξιώματα· υπήρχαν μόνο άνθρωποι που είχαν περάσει τον ίδιο δρόμο για να φτάσουν εκεί. Ο λοχαγός Παπανικολάου στεκόταν ακίνητος. Όταν τελείωσε η ακολουθία, οι άνθρωποι έπεσαν πάνω στους στρατιώτες. Τους αγκάλιαζαν. Τους φιλούσαν. Έκλαιγαν. Άλλοι έφερναν ψωμί. Άλλοι κρασί.
Οι άρχοντες Φλωραίοι και Μακκαραίοι άνοιξαν τα σπίτια τους και έστρωσαν τραπέζια. Η πόλη έτρωγε μαζί με τον στρατό σαν οικογένεια που ξαναβρίσκεται ύστερα από μακρύ χωρισμό. Εκείνο το βράδυ κανείς δεν κοιμήθηκε νωρίς. Οι δρόμοι έμειναν φωτισμένοι.
Οι άνθρωποι μιλούσαν δυνατά χωρίς φόβο. Κι αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο.
Η ελευθερία είχε ήχο.
Ο στρατιώτης
Ένας νέος στρατιώτης κάθισε έξω από τον ναό. Έτρωγε ψωμί αργά. Τον πλησίασα.
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Από τη Μάνη», είπε.
«Ξέρεις πού είναι η Κόνιτσα;»
Χαμογέλασε.
«Όχι», απάντησε.
«Μα σήμερα έγινε δική μου.»
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Από τη Μάνη», είπε.
«Ξέρεις πού είναι η Κόνιτσα;»
Χαμογέλασε.
«Όχι», απάντησε.
«Μα σήμερα έγινε δική μου.»
Τις επόμενες ημέρες η Κόνιτσα έμοιαζε να μαθαίνει ξανά τον εαυτό της. Οι στρατιώτες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια· γυναίκες έπλεναν ρούχα γελώντας, παιδιά άκουγαν ιστορίες από τα μέτωπα, κι οι άντρες συζητούσαν για σύνορα και μέλλον σαν να είχαν ξαφνικά δικαίωμα να ονειρεύονται.
Η απελευθέρωση δεν ήταν μόνο στρατιωτική νίκη. Ήταν αλλαγή τρόπου ύπαρξης. Για πρώτη φορά οι άνθρωποι μιλούσαν χωρίς να χαμηλώνουν τη φωνή όταν περνούσε αξιωματικός. Τα καταστήματα άνοιγαν χωρίς φόβο ελέγχου. Οι φόροι δεν έμοιαζαν πια με τιμωρία.
Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι που έμειναν συνέχισαν να ζουν ανάμεσά μας. Κάποιοι έφυγαν αργότερα· άλλοι έμειναν χρόνια ακόμη. Η πόλη δεν ξέχασε εύκολα τη συνύπαρξη.
Ο πατέρας μου ξαναπήγε στο γεφύρι. Περπάτησα μαζί του. Η ζημιά από την έκρηξη φαινόταν ακόμη. Άγγιξε την πέτρα.
«Θα διορθωθεί», είπε.
Ύστερα με κοίταξε.
«Όπως όλα.»
Κατάλαβα τότε πως η ελευθερία δεν είναι τέλος. Είναι αρχή.
Οι ειδήσεις έλεγαν πως με τη Συνθήκη του Λονδίνου η περιοχή θα εντασσόταν επίσημα στο ελληνικό κράτος. Οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν διπλωματία· καταλάβαιναν μόνο πως δεν υπήρχαν πια σκοπιές στις γωνίες.
Η πόλη ξαναέγινε πέρασμα. Μα αυτή τη φορά πέρασμα ελπίδας.
Η απελευθέρωση δεν ήταν μόνο στρατιωτική νίκη. Ήταν αλλαγή τρόπου ύπαρξης. Για πρώτη φορά οι άνθρωποι μιλούσαν χωρίς να χαμηλώνουν τη φωνή όταν περνούσε αξιωματικός. Τα καταστήματα άνοιγαν χωρίς φόβο ελέγχου. Οι φόροι δεν έμοιαζαν πια με τιμωρία.
Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι που έμειναν συνέχισαν να ζουν ανάμεσά μας. Κάποιοι έφυγαν αργότερα· άλλοι έμειναν χρόνια ακόμη. Η πόλη δεν ξέχασε εύκολα τη συνύπαρξη.
Ο πατέρας μου ξαναπήγε στο γεφύρι. Περπάτησα μαζί του. Η ζημιά από την έκρηξη φαινόταν ακόμη. Άγγιξε την πέτρα.
«Θα διορθωθεί», είπε.
Ύστερα με κοίταξε.
«Όπως όλα.»
Κατάλαβα τότε πως η ελευθερία δεν είναι τέλος. Είναι αρχή.
Οι ειδήσεις έλεγαν πως με τη Συνθήκη του Λονδίνου η περιοχή θα εντασσόταν επίσημα στο ελληνικό κράτος. Οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν διπλωματία· καταλάβαιναν μόνο πως δεν υπήρχαν πια σκοπιές στις γωνίες.
Η πόλη ξαναέγινε πέρασμα. Μα αυτή τη φορά πέρασμα ελπίδας.
Το ίδιο βράδυ, όταν οι φωνές κόπασαν και οι δρόμοι άδειασαν από τα τραπέζια και τα γέλια, η πόλη έμοιαζε κουρασμένη, σαν άνθρωπος που έκλαψε πολύ και τώρα κοιμάται βαθιά.
Δεν άντεχα να μείνω μέσα. Βγήκα. Ο αέρας ήταν παγωμένος, κι ο ουρανός καθαρός όπως μόνο μετά από μεγάλη καταιγίδα γίνεται. Περπάτησα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, ώσπου βρέθηκα πάλι στο γεφύρι.
Ο Αώος κυλούσε ήρεμα. Δεν βούιζε πια. Στάθηκα εκεί ώρα πολλή. Τότε άκουσα βήματα. Ήταν ο πατέρας μου. Δεν μιλήσαμε αμέσως. Στάθηκε δίπλα μου και κοίταξε το νερό.
«Τελείωσε;» τον ρώτησα.
Χαμογέλασε λίγο.
«Τίποτα δεν τελειώνει», είπε.
«Απλώς αλλάζει αφέντη ο χρόνος.»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι ύφασμα. Ήταν κομμένο από σημαία. Το έδεσε σιωπηλά σε μια πέτρα της καμάρας.
«Γιατί;» ρώτησα.
«Για να θυμάται το γεφύρι», είπε.
«Οι άνθρωποι ξεχνούν.»
Τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα σκεφτεί όλη εκείνη τη μέρα. Πόσοι δεν έφτασαν ως εδώ. Πόσοι έμειναν στα βουνά. Πόσοι δεν άκουσαν τις καμπάνες. Ένιωσα για πρώτη φορά πως η χαρά έχει βάρος. Ίσως γι’ αυτό οι μεγάλοι δεν γελούσαν τόσο δυνατά όσο εμείς τα παιδιά.
Γύρισα να φύγω. Πίσω μου το ύφασμα κουνήθηκε από τον αέρα. Και για μια στιγμή νόμιζα πως η πόλη ολόκληρη ανάσαινε μαζί του.
Δεν άντεχα να μείνω μέσα. Βγήκα. Ο αέρας ήταν παγωμένος, κι ο ουρανός καθαρός όπως μόνο μετά από μεγάλη καταιγίδα γίνεται. Περπάτησα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, ώσπου βρέθηκα πάλι στο γεφύρι.
Ο Αώος κυλούσε ήρεμα. Δεν βούιζε πια. Στάθηκα εκεί ώρα πολλή. Τότε άκουσα βήματα. Ήταν ο πατέρας μου. Δεν μιλήσαμε αμέσως. Στάθηκε δίπλα μου και κοίταξε το νερό.
«Τελείωσε;» τον ρώτησα.
Χαμογέλασε λίγο.
«Τίποτα δεν τελειώνει», είπε.
«Απλώς αλλάζει αφέντη ο χρόνος.»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι ύφασμα. Ήταν κομμένο από σημαία. Το έδεσε σιωπηλά σε μια πέτρα της καμάρας.
«Γιατί;» ρώτησα.
«Για να θυμάται το γεφύρι», είπε.
«Οι άνθρωποι ξεχνούν.»
Τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα σκεφτεί όλη εκείνη τη μέρα. Πόσοι δεν έφτασαν ως εδώ. Πόσοι έμειναν στα βουνά. Πόσοι δεν άκουσαν τις καμπάνες. Ένιωσα για πρώτη φορά πως η χαρά έχει βάρος. Ίσως γι’ αυτό οι μεγάλοι δεν γελούσαν τόσο δυνατά όσο εμείς τα παιδιά.
Γύρισα να φύγω. Πίσω μου το ύφασμα κουνήθηκε από τον αέρα. Και για μια στιγμή νόμιζα πως η πόλη ολόκληρη ανάσαινε μαζί του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Ήμουν κι εγώ εκεί»
«Ήμουν κι εγώ εκεί»
Πέρασαν χρόνια από τότε. Άλλοι πόλεμοι ήρθαν. Άλλες δυσκολίες. Οι άνθρωποι έφυγαν, γύρισαν, ξαναέφυγαν.
Μα κάθε φορά που περνώ το γεφύρι και ακούω τον Αώο να κυλά, θυμάμαι εκείνη τη μέρα της Τυρινής. Θυμάμαι τις καμπάνες. Τον πατέρα μου να δένει ύφασμα στην πέτρα. Τον αξιωματικό να δακρύζει. Τους ανθρώπους να φωνάζουν «αδέλφια» χωρίς να γνωρίζονται.
Κάποτε πίστευα πως η ιστορία γράφεται από στρατηγούς και μάχες. Τώρα ξέρω πως γράφεται από ανθρώπους που περιμένουν. Από μανάδες που ζυμώνουν ψωμί χωρίς να ξέρουν ποιος θα το φάει. Από μαστόρους που σηκώνουν γεφύρια για ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουν.
Σήμερα, όταν στέκομαι πάλι στο γεφύρι και κοιτάζω τον Αώο, σκέφτομαι πως οι ποταμοί δεν θυμούνται ημερομηνίες. Οι άνθρωποι θυμούνται. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διηγούνται, καμία σκλαβιά δεν είναι αιώνια.
Η απελευθέρωση της Κόνιτσας δεν ήταν μόνο στρατιωτικό γεγονός. Ήταν η στιγμή που ένας τόπος θυμήθηκε ποιος είναι. Κι εγώ ήμουν εκεί. Ένα παιδί στην άκρη του δρόμου. Μάρτυρας μιας ιστορίας που δεν ανήκει σε έναν άνθρωπο αλλά σε όλους όσοι έζησαν, αγωνίστηκαν και περίμεναν πέντε αιώνες για να χτυπήσει μια καμπάνα ελεύθερα.
Κάθε φορά που τη θυμάμαι, ακούω ακόμη τον Αώο. Δεν βουίζει πια σαν πληγωμένο θηρίο.
Μα κάθε φορά που περνώ το γεφύρι και ακούω τον Αώο να κυλά, θυμάμαι εκείνη τη μέρα της Τυρινής. Θυμάμαι τις καμπάνες. Τον πατέρα μου να δένει ύφασμα στην πέτρα. Τον αξιωματικό να δακρύζει. Τους ανθρώπους να φωνάζουν «αδέλφια» χωρίς να γνωρίζονται.
Κάποτε πίστευα πως η ιστορία γράφεται από στρατηγούς και μάχες. Τώρα ξέρω πως γράφεται από ανθρώπους που περιμένουν. Από μανάδες που ζυμώνουν ψωμί χωρίς να ξέρουν ποιος θα το φάει. Από μαστόρους που σηκώνουν γεφύρια για ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουν.
Σήμερα, όταν στέκομαι πάλι στο γεφύρι και κοιτάζω τον Αώο, σκέφτομαι πως οι ποταμοί δεν θυμούνται ημερομηνίες. Οι άνθρωποι θυμούνται. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που διηγούνται, καμία σκλαβιά δεν είναι αιώνια.
Η απελευθέρωση της Κόνιτσας δεν ήταν μόνο στρατιωτικό γεγονός. Ήταν η στιγμή που ένας τόπος θυμήθηκε ποιος είναι. Κι εγώ ήμουν εκεί. Ένα παιδί στην άκρη του δρόμου. Μάρτυρας μιας ιστορίας που δεν ανήκει σε έναν άνθρωπο αλλά σε όλους όσοι έζησαν, αγωνίστηκαν και περίμεναν πέντε αιώνες για να χτυπήσει μια καμπάνα ελεύθερα.
Κάθε φορά που τη θυμάμαι, ακούω ακόμη τον Αώο. Δεν βουίζει πια σαν πληγωμένο θηρίο.
Κυλά ήρεμα. Σαν άνθρωπος που βρήκε τον δρόμο του.
Εκείνη τη μέρα δεν ελευθερώθηκε μόνο η Κόνιτσα. Ελευθερώθηκε η μνήμη της.
Κι εγώ ήμουν εκεί.
Εκείνη τη μέρα δεν ελευθερώθηκε μόνο η Κόνιτσα. Ελευθερώθηκε η μνήμη της.
Κι εγώ ήμουν εκεί.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Για να μη σωπάσει η πέτρα»
«Για να μη σωπάσει η πέτρα»
Υπάρχουν τόποι που γράφουν την ιστορία τους με χαρτί και μελάνι, κι υπάρχουν τόποι που τη χαράζουν πάνω στην πέτρα. Η Κόνιτσα ανήκει στους δεύτερους. Όποιος την πλησιάσει από μακριά βλέπει πρώτα τα βουνά της, ύστερα το ποτάμι, κι έπειτα το γεφύρι να ανοίγει την καμάρα του σαν χέρι που ενώνει δυο κόσμους. Και αν σταθεί λίγο περισσότερο, θα καταλάβει πως τίποτε από αυτά δεν είναι απλώς τοπίο· είναι μνήμη.
Η απελευθέρωση της 24ης Φεβρουαρίου 1913 δεν ήταν μια απομονωμένη στρατιωτική πράξη, ούτε ένα επεισόδιο που κλείνει με την είσοδο ενός στρατού και την ύψωση μιας σημαίας. Ήταν το αποτέλεσμα μακράς ιστορικής πορείας, μιας αργής ωρίμανσης ανθρώπων που έμαθαν να επιμένουν χωρίς να φαίνονται, να κρατούν τη γλώσσα τους ζωντανή χωρίς σχολεία, να φυλάσσουν την πίστη τους χωρίς προστασία, να δημιουργούν κοινότητες μέσα σε συνθήκες που δεν επέτρεπαν πάντα τη φανερή ελευθερία.
Στα βουνά γύρω από την πόλη, στα μαστοροχώρια της Πυρσόγιαννης, της Βούρμπιανης, της Πλαγιάς, της Δροσοπηγής, της Φούρκας και του Διστράτου, γεννήθηκε ένα ιδιαίτερο ήθος. Οι μαστόροι έφευγαν άνοιξη και γύριζαν φθινόπωρο, κουβαλώντας χρήματα αλλά και ιδέες. Έχτιζαν γεφύρια, εκκλησιές και αρχοντικά σε όλη τη Βαλκανική, όμως κουβαλούσαν πάντα μαζί τους κάτι πιο βαθύ: την αίσθηση πως ο τόπος τους δεν είναι μόνο γη αλλά ευθύνη.
Το μεγάλο γεφύρι της Κόνιτσας, έργο των μαστόρων του 1870–1871 με επικεφαλής τον Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη, δεν είναι απλώς τεχνικό επίτευγμα. Είναι σύμβολο. Όπως η καμάρα στέκει επειδή κάθε πέτρα εμπιστεύεται την άλλη, έτσι στάθηκε και η απελευθέρωση της πόλης: πάνω σε συνεργασία ανθρώπων διαφορετικών χαρακτήρων, διαφορετικών χωριών, διαφορετικών ρόλων.
Ο ελληνικός στρατός, υπό τον λοχαγό Δημήτριο Παπανικολάου, μπήκε στην Κόνιτσα ύστερα από συγκρούσεις που ξεκίνησαν στις 22 Φεβρουαρίου 1913, αξιοποιώντας την αποδιοργάνωση της οθωμανικής φρουράς μετά την πτώση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου. Όμως η στρατιωτική επιτυχία δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς τους ανθρώπους των χωριών που προηγήθηκαν: εκείνους που από τον Νοέμβριο του 1912 άνοιξαν δρόμους αντίστασης, έδειξαν περάσματα, μετέφεραν πληροφορίες και κράτησαν ζωντανή την ελπίδα ότι η ιστορία μπορεί να αλλάξει ακόμη και όταν φαίνεται ακίνητη.
Η στιγμή που η καμπάνα του Αγίου Νικολάου χτύπησε από τα χέρια του Αγησίλαου Παπαχρηστίδη και η ελληνική σημαία υψώθηκε στο καμπαναριό από τον Διστρατιώτη Γεράση Γούσια δεν ήταν απλώς εικόνα θριάμβου. Ήταν η μετάβαση ενός τόπου από την αναμονή στη συμμετοχή. Από την επιβίωση στην ευθύνη.
Η απελευθέρωση της 24ης Φεβρουαρίου 1913 δεν ήταν μια απομονωμένη στρατιωτική πράξη, ούτε ένα επεισόδιο που κλείνει με την είσοδο ενός στρατού και την ύψωση μιας σημαίας. Ήταν το αποτέλεσμα μακράς ιστορικής πορείας, μιας αργής ωρίμανσης ανθρώπων που έμαθαν να επιμένουν χωρίς να φαίνονται, να κρατούν τη γλώσσα τους ζωντανή χωρίς σχολεία, να φυλάσσουν την πίστη τους χωρίς προστασία, να δημιουργούν κοινότητες μέσα σε συνθήκες που δεν επέτρεπαν πάντα τη φανερή ελευθερία.
Στα βουνά γύρω από την πόλη, στα μαστοροχώρια της Πυρσόγιαννης, της Βούρμπιανης, της Πλαγιάς, της Δροσοπηγής, της Φούρκας και του Διστράτου, γεννήθηκε ένα ιδιαίτερο ήθος. Οι μαστόροι έφευγαν άνοιξη και γύριζαν φθινόπωρο, κουβαλώντας χρήματα αλλά και ιδέες. Έχτιζαν γεφύρια, εκκλησιές και αρχοντικά σε όλη τη Βαλκανική, όμως κουβαλούσαν πάντα μαζί τους κάτι πιο βαθύ: την αίσθηση πως ο τόπος τους δεν είναι μόνο γη αλλά ευθύνη.
Το μεγάλο γεφύρι της Κόνιτσας, έργο των μαστόρων του 1870–1871 με επικεφαλής τον Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη, δεν είναι απλώς τεχνικό επίτευγμα. Είναι σύμβολο. Όπως η καμάρα στέκει επειδή κάθε πέτρα εμπιστεύεται την άλλη, έτσι στάθηκε και η απελευθέρωση της πόλης: πάνω σε συνεργασία ανθρώπων διαφορετικών χαρακτήρων, διαφορετικών χωριών, διαφορετικών ρόλων.
Ο ελληνικός στρατός, υπό τον λοχαγό Δημήτριο Παπανικολάου, μπήκε στην Κόνιτσα ύστερα από συγκρούσεις που ξεκίνησαν στις 22 Φεβρουαρίου 1913, αξιοποιώντας την αποδιοργάνωση της οθωμανικής φρουράς μετά την πτώση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου. Όμως η στρατιωτική επιτυχία δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς τους ανθρώπους των χωριών που προηγήθηκαν: εκείνους που από τον Νοέμβριο του 1912 άνοιξαν δρόμους αντίστασης, έδειξαν περάσματα, μετέφεραν πληροφορίες και κράτησαν ζωντανή την ελπίδα ότι η ιστορία μπορεί να αλλάξει ακόμη και όταν φαίνεται ακίνητη.
Η στιγμή που η καμπάνα του Αγίου Νικολάου χτύπησε από τα χέρια του Αγησίλαου Παπαχρηστίδη και η ελληνική σημαία υψώθηκε στο καμπαναριό από τον Διστρατιώτη Γεράση Γούσια δεν ήταν απλώς εικόνα θριάμβου. Ήταν η μετάβαση ενός τόπου από την αναμονή στη συμμετοχή. Από την επιβίωση στην ευθύνη.
Γιατί η ελευθερία δεν είναι μόνο δικαίωμα· είναι υποχρέωση.
Η Κόνιτσα, μετά την απελευθέρωση, δεν έγινε απλώς μια ακόμη ελληνική πόλη. Έγινε σύνορο. Κι όσοι ζουν στα σύνορα γνωρίζουν πως η πατρίδα δεν είναι αφηρημένη έννοια· είναι σκοπιά μέσα στον χειμώνα, είναι δρόμος που πρέπει να μείνει ανοιχτός, είναι σχολείο που πρέπει να λειτουργήσει, είναι αγορά που πρέπει να σταθεί όρθια.
Η Συνθήκη του Λονδίνου το 1913 επικύρωσε διεθνώς τις νέες πραγματικότητες, όμως για τους ανθρώπους της περιοχής η ένταξη στον εθνικό κορμό είχε ήδη συμβεί από τη στιγμή που οι καμπάνες χτύπησαν και οι άνθρωποι περπάτησαν στους δρόμους χωρίς να κοιτούν πίσω από τον ώμο τους.
Η ιστορία όμως δεν είναι μόνο νίκες. Είναι και αποχωρήσεις. Είναι τα σπίτια που έμειναν άδεια όταν οικογένειες έφυγαν.
Είναι οι σιωπές που ακολούθησαν. Η αληθινή δύναμη μιας κοινωνίας φαίνεται στον τρόπο που θυμάται χωρίς να μισεί, και στον τρόπο που προχωρά χωρίς να ξεχνά.
Το μυθιστόρημα αυτό δεν γράφτηκε για να υψώσει μνημείο ηρώων, αλλά για να ακουστεί η φωνή εκείνων που συνήθως δεν γράφονται: του μάστορα που μέτρησε την πέτρα, της γυναίκας που κράτησε σπίτι, του χωρικού που οδήγησε μέσα στη νύχτα ανοίγοντας περάσματα, μεταφέροντας μηνύματα και υλικό, του παιδιού που είδε και κράτησε μέσα του την εικόνα μιας σημαίας να ανεβαίνει στον ουρανό.
Ο Λιάκος — παιδί του Στέργιου μάστορα του Φρόντζου — δεν είναι μόνο πρόσωπο. Είναι ο μάρτυρας κάθε εποχής. Εκείνος που δεν κρατά όπλο αλλά κρατά μνήμη. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο καθήκον: να θυμάσαι χωρίς να αλλοιώνεις, να διηγείσαι χωρίς να προδίδεις.
Γιατί οι πόλεις δεν χάνονται όταν καταστρέφονται. Χάνονται όταν δεν έχουν πια ποιος να πει την ιστορία τους.
Αν ο αναγνώστης, κλείνοντας αυτές τις σελίδες, ακούσει έστω για λίγο τον ήχο της καμπάνας μέσα στον χειμωνιάτικο αέρα της 24ης Φεβρουαρίου 1913, αν δει το γεφύρι να στέκει πάνω από το ποτάμι σαν υπόσχεση συνέχειας, τότε ο σκοπός αυτού του έργου έχει επιτευχθεί.
Γιατί η Ιστορία δεν ζητά να την θαυμάζουμε.
Ζητά να τη συνεχίζουμε……….
ΛΕΞΙΚΟ
Η Συνθήκη του Λονδίνου το 1913 επικύρωσε διεθνώς τις νέες πραγματικότητες, όμως για τους ανθρώπους της περιοχής η ένταξη στον εθνικό κορμό είχε ήδη συμβεί από τη στιγμή που οι καμπάνες χτύπησαν και οι άνθρωποι περπάτησαν στους δρόμους χωρίς να κοιτούν πίσω από τον ώμο τους.
Η ιστορία όμως δεν είναι μόνο νίκες. Είναι και αποχωρήσεις. Είναι τα σπίτια που έμειναν άδεια όταν οικογένειες έφυγαν.
Είναι οι σιωπές που ακολούθησαν. Η αληθινή δύναμη μιας κοινωνίας φαίνεται στον τρόπο που θυμάται χωρίς να μισεί, και στον τρόπο που προχωρά χωρίς να ξεχνά.
Το μυθιστόρημα αυτό δεν γράφτηκε για να υψώσει μνημείο ηρώων, αλλά για να ακουστεί η φωνή εκείνων που συνήθως δεν γράφονται: του μάστορα που μέτρησε την πέτρα, της γυναίκας που κράτησε σπίτι, του χωρικού που οδήγησε μέσα στη νύχτα ανοίγοντας περάσματα, μεταφέροντας μηνύματα και υλικό, του παιδιού που είδε και κράτησε μέσα του την εικόνα μιας σημαίας να ανεβαίνει στον ουρανό.
Ο Λιάκος — παιδί του Στέργιου μάστορα του Φρόντζου — δεν είναι μόνο πρόσωπο. Είναι ο μάρτυρας κάθε εποχής. Εκείνος που δεν κρατά όπλο αλλά κρατά μνήμη. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο καθήκον: να θυμάσαι χωρίς να αλλοιώνεις, να διηγείσαι χωρίς να προδίδεις.
Γιατί οι πόλεις δεν χάνονται όταν καταστρέφονται. Χάνονται όταν δεν έχουν πια ποιος να πει την ιστορία τους.
Αν ο αναγνώστης, κλείνοντας αυτές τις σελίδες, ακούσει έστω για λίγο τον ήχο της καμπάνας μέσα στον χειμωνιάτικο αέρα της 24ης Φεβρουαρίου 1913, αν δει το γεφύρι να στέκει πάνω από το ποτάμι σαν υπόσχεση συνέχειας, τότε ο σκοπός αυτού του έργου έχει επιτευχθεί.
Γιατί η Ιστορία δεν ζητά να την θαυμάζουμε.
Ζητά να τη συνεχίζουμε……….
ΛΕΞΙΚΟ
- Λούψικο= Οξυά, σημερινή ονομασία. (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)
- Κάντσικο. Πλαγιά, σημερινή ονομασία. (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)
- κιοπέγκια =μεταλλικά ρολά καταστημάτων
- Μπριάζα. Δίστρατο, σημερινή ονομασία. (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)
- ταρί (tarboosh) =κόκκινος σκούφος
- Φράστανη=Φούρκα, σημερινή ονομασία. (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου